Αθλητικές Ιστορίες

Αθλητικές Ιστορίες: Βασίλης Τσιτσάνης – Ο αθλητής, ο ποδοσφαιριστής, ο φίλαθλος

Αθλητικές Ιστορίες: Βασίλης Τσιτσάνης – Ο αθλητής, ο ποδοσφαιριστής, ο φίλαθλος

 

Έρευνα-Παρουσίαση Φώτης Βαϊτσόπουλος

 

Στην πατρίδα μας η αναγνώριση ενός ανθρώπου με σπουδαία πορεία στον τομέα που ασχολείται γίνεται μόνο μετά θάνατον. Μία από τις ελάχιστες εξαιρέσεις στον παραπάνω κανόνα αποτελεί ο Βασίλης Τσιτσάνης. Κατάφερε όσο ζούσε να αναγνωριστεί η προσφορά του σε αυτό που αποκαλούμε «λαϊκή μουσική».

Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε σαν σήμερα το 1915 στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας και πέθανε σαν σήμερα στο Λονδίνο το 1984. Έζησε ακριβώς 69 χρόνια, τα περισσότερα πάνω στο πάλκο.

Θεωρείται ως ένας από τους πολυγραφότερους λαϊκούς καλλιτέχνες μιας και μας άφησε περισσότερα από 550 μοναδικά τραγούδια. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των τραγουδιών γνώρισαν τεράστια επιτυχία στα χρόνια κυκλοφορίας τους.

«Λαϊκό γλέντι» χωρίς τραγούδια του Τσιτσάνη δεν μπορεί να σταθεί ομολογούν όσοι ασχολούνται επαγγελματικά με την λαϊκή μας μουσική. Και πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς όταν οι επιτυχίες του Τσιτσάνη ξεπερνούν κατά πολύ το συνολικό έργο των περισσοτέρων λαϊκών καλλιτεχνών.

Και ποιος δεν έχει τραγουδήσει την «Συννεφιασμένη Κυριακή», το «Γιατί με ξύπνησες πρωί», την «Αρχόντισσα», τα «Καβουράκια», την «Αχάριστη», το «Απόψε στις ακρογιαλιές» και τόσες άλλες μοναδικές λαϊκές δημιουργίες.

Όμως η στήλη μας δεν έχει σκοπό να αναδείξει το μουσικό έργο του Τσιτσάνη. Το έχουν κάνει άλλοι με μεγαλύτερη επιτυχία.

Τιμώντας την προσφορά του Τρικαλινού συνθέτη στην διαμόρφωση της Ελληνικής κουλτούρας τόσο προπολεμικά όσο κυρίως μεταπολεμικά με τα λεγόμενα «τραγούδια της Θεσσαλονίκης», η στήλη έχει σκοπό να σας παρουσιάσει την μικρή σχέση του Τσιτσάνη με τα αθλητικά δρώμενα της πατρίδα μας.

Πόσοι άλλωστε γνωρίζουν ότι ο Τσιτσάνης στην ηλικία των 14 ετών ασχολούνταν με τον στίβο και πρώτευσε σε αγώνες που έγιναν στα Τρίκαλα;

Πόσοι γνωρίζουν ότι ο Τσιτσάνης έπαιξε μπάλα με τον Γυμναστικό Σύλλογο Τρικάλων;

Πόσοι γνωρίζουν ότι ο Τσιτσάνης ήταν ένθερμος υποστηρικτής του ποδοσφαίρου και ότι παρακολουθούσε ποδοσφαιρικούς αγώνες του Άρη όσο ζούσε στη Θεσσαλονίκη;

Πόσοι γνωρίζουν ότι ο Τσιτσάνης έγραψε τραγούδι για τον Παναθηναϊκό το 1963 με αφορμή τον επικείμενο γάμο της κόρης του με τον παίκτη του Παναθηναϊκού Φραγκίσκο Σούρπη;

Αυτά και άλλα πολλά θα διαβάσετε στο κείμενο που ακολουθεί.

Ας τα πάρουμε όμως με την σειρά.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης έχασε τον πατέρα του Κώστα, το 1927, στην ηλικία των 12 ετών. Μέσα στην τραγικότητα των στιγμών εκείνων για τον νεαρό Τσιτσάνη, ο χαμός του πατέρα σου άνοιξε τον δρόμο στον Θεσσαλό καλλιτέχνη με καταγωγή από την Ήπειρο, σε αυτό που όλοι σήμερα αναγνωρίζουν. Ότι ο Τσιτσάνης  είναι το μεγάλο κομμάτι της λαϊκής μας μουσικής μετά τον Βαμβακάρη και ένα μεγάλο μέρος από τον Νεοελληνικό μας πολιτισμό οφείλεται στον Βασίλη Τσιτσάνη…όπως έλεγε ο σπουδαίος Μάνος Λοΐζος.

Ο θάνατος του πατέρα του έδωσε την ευκαιρία στον Β.Τσιτσάνη να ξεκρεμάσει από τον τοίχο του σπιτιού του την παλιά μαντόλα της οικογένειας, την οποία ο πατέρας του είχε μετατρέψει σε μπουζούκι. Μέχρι τότε ήταν απαγορευτικό στον Βασίλη αλλά και στον αδερφό του Χρήστο (Κίτσο) να αγγίξουν το όργανο.

Μέσα σε ένα εξάμηνο ο Βασίλης Τσιτσάνης είχε γίνει βιρτουόζος στο μπουζούκι, κάτι που θα αναγνώριζαν αργότερα όλοι οι συνάδελφοι του.

Ο Τσιτσάνης αθλητής του στίβου

Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του, τον Απρίλιο του 1929, δημοσιεύτηκαν στην τοπική εφημερίδα «Αναγέννησις» τα αποτελέσματα των εφηβικών αγώνων στίβου που έγιναν στα Τρίκαλα εκείνη την περίοδο.

Ανάμεσα στα άλλα ονόματα των νικητών, συναντάμε και αυτό του Βασίλη Τσιτσάνη. Είχε λάβει μέρος στους αγώνες στο άλμα τριπλούν, στο μήκος και στο ύψος.

Οι επιτυχίες του Τσιτσάνη στους συγκεκριμένους αγώνες ήταν εντυπωσιακές.

Στο άλμα τριπλούν κέρδισε την πρώτη θέση με 11.41μ. και μαζί ένα επίχρυσον καλαμάρι Δήμου Τρικκαίων, όπως έγραφε χαρακτηριστικά το δημοσίευμα της εφημερίδας «Αναγέννησις».

Την πρώτη θέση κέρδισε και στο μήκος με άλμα στα 4.73μ., με έπαθλο μία κορνίζα, ενώ στο άλμα εις ύψος ο Τσιτσάνης ήρθε δεύτερος με επίδοση το 1.40μ..

Την επόμενη χρονιά ο Τσιτσάνης θα αγωνιστεί στη Λαμία, σε αντίστοιχους εφηβικούς αγώνες και τα αποτελέσματα του ήταν εξίσου καλά.

Στις 16/5/1930 θα βγει πρώτος στα 400μ. με χρόνο 63 δευτερόλεπτα, δεύτερος στα 100μ. με χρόνο 12.60 και τρίτος στο άλμα εις ύψος με 1.40μ..

Ο Τσιτσάνης ποδοσφαιριστής

Λίγες μέρες μετά τις παραπάνω επιδόσεις του στον στίβο και συγκεκριμένα στις 25/5/1930 συμμετέχει στον ποδοσφαιρικό αγώνα του Γ.Σ.Τρικάλων με αντίπαλο τον Τοξότη Βόλου.

Η νίκη για την ομάδα των Τρικάλων ήρθε στο γήπεδο της «Νίκης», δηλαδή της «Νίκης Βόλου».

Ο Τσιτσάνης μπορεί να μην σκόραρε, γιατί όπως φαίνεται έπαιζε αμυντικός,  αλλά η ομάδα ήταν φανταστική και κέρδισε με σκορ 5-0.

Τελευταία του ενεργή συμμετοχή σε αθλητική δραστηριότητα ήταν σε  ποδοσφαιρικό αγώνα στις 26/12/1930, όταν έπαιξε εναντίον του “Πελασγιώτη” Λάρισας με τελικό σκορ 1-0 υπέρ της ομάδας των Τρικάλων.

Το κραχ του 1929 είχε αντίκτυπτο στην ζωή του νεαρού Τσιτσάνη.

Όπως εκμυστηρεύτηκαν παλαιοί συμμαθητές του, ο Τσιτσάνης αλλά και πολλοί άλλοι Τρικαλινοί εκείνα τα χρόνια, δυσκολεύονταν να βρουν τα «προς το ζην». Οι μαρτυρίες μιλάνε για το σπανάκι ως βασική και καθημερινή τροφή της οικογένειας Τσιτσάνη, τα δύσκολα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930.

Κάθε σκέψη για αφοσίωση στον αθλητισμό, στον οποίο ήταν ταλέντο ο ψιλόλιγνος Τσιτσάνης, πέρασε στο παρελθόν.

Σε αυτό συνετέλεσε και η κακή κατάσταση της υγείας του μιας και αρρωσταίνει από ελονοσία το 1931.

Εκείνο για το οποίο νοιάζονταν η οικογένεια Τσιτσάνη, ήταν η εύρεση της καθημερινής τροφής.

Σε αυτό βοήθησε ο ίδιος ο Βασίλης Τσιτσάνης αλλά και ο αδερφός του Χρήστος, οι οποίοι βγάζανε το μεροκάματο παίζοντας σε πανηγύρια της Θεσσαλίας.

Στα τέλη του 1935 ο Τσιτσάνης άφησε τα Τρίκαλα και «κατηφόρισε» στην Αθήνα. Όνειρο του να γίνει ένας από τους καλύτερους οργανοπαίκτες του μπουζουκιού.

Μαζί του είχε και 30-40 τραγούδια, κατά δήλωση του, τα οποία είχε γράψει ο ίδιος.

Στις αρχές του 1936 ο Βασίλης Τσιτσάνης κατάφερε για πρώτη φορά να δει το όνομα του σε ετικέτα δίσκου 78 στροφών. Μέχρι το 1984 όπου θα περάσει στο «πάνθεον» των σημαντικότερων Ελλήνων του περασμένου αιώνα, θα ηχογραφήσει περισσότερα από 550 τραγούδια που θα φέρουν την υπογραφή του. Αν συνυπολογίσουμε και τα τραγούδια τα οποία για διάφορους λόγους «χάρισε» ως φαίνεται σε μουσικούς και τραγουδιστές, τότε η δισκογραφική του παραγωγή ξεπερνάει ίσως και τα 700 τραγούδια.

Το 1938 η «πατρίδα» θα καλέσει τον Β.Τσιτσάνη να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία στην Θεσσαλονίκη. Ένα νέο μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή του Τσιτσάνη άνοιγε.

Αν και το καθήκον προς την πατρίδα ήρθε στην χειρότερη στιγμή για τον ίδιο, καθώς μόλις είχε αρχίσει να ακούγεται το όνομα του στην δισκογραφική πιάτσα και στον κόσμο της «ρεμπέτικης» ζωής, η Θεσσαλονίκη έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της προσωπικότητας του 23χρονου Τσιτσάνη.

Εκεί πέρασε τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, εκεί έγραψε τα σπουδαιότερα τραγούδια του, εκεί γνώρισε την γυναίκα του και δημιούργησε οικογένεια.

Ο Τσιτσάνης φίλαθλος

Η σύζυγος του Ζωή, κολυμβήτρια και η ίδια του Άρη Θεσσαλονίκης, φαίνεται να επηρέασε την οπαδική κρίση του Τσιτσάνη. Πολλές φορές ο Τρικαλινός συνθέτης, όσο ήταν φαντάρος, πήγαινε στο γήπεδο για να παρακολουθήσει την πιο ισχυρή ομάδα της Θεσσαλονίκης εκείνα τα χρόνια, τον «θεό του πολέμου» Άρη.

Η κόρη του Βικτωρία θυμάται τον πατέρα της να αναφέρει πολλές φορές ότι όσο ζούσε στην Θεσσαλονίκη, πήγαινε και έβλεπε παιχνίδια του Άρη. Ακόμη και όταν η οικογένεια Τσιτσάνη μετακόμισε μόνιμα το 1946 στην Αθήνα, ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν έχανε την ευκαιρία, όταν πήγαινε περιοδεία στην Θεσσαλονίκη, να βλέπει τον αγαπημένο του Άρη.

Ήταν τέτοια του η αγάπη για τον Άρη, που πολλές φορές ακόμη και σε μεγάλη ηλικία, ακύρωνε συναντήσεις και συνεντεύξεις για να μην χάσει παιχνίδι του Άρη Θεσσαλονίκης.

Αυτό μας θυμίζει ο γνωστός τηλεπαρουσιαστής Γιώργος Παπαστεφάνου, όταν το 1973 προσπάθησε να πάρει τηλεοπτική συνέντευξη από τον Βασίλη Τσιτσάνη.

Και ο Σώτος Αλεξίου στο βιβλίο του ο «Ξακουστός Τσιτσάνης» αναφέρει ότι ο Τρικαλινός συνθέτης, στην Θεσσαλονίκη αλλά και στην Αθήνα, μετά το πέρας του προγράμματος του στα διάφορα κέντρα που έπαιζε, χαράματα προς αυγή και πριν πάει για ύπνο, προμηθεύονταν τις αθλητικές εφημερίδες που μόλις κυκλοφορούσαν στα περίπτερα. Κάθε Σάββατο, μετά το νυχτερινό του πέρασμα από το πάλκο του κέντρου «Το Χάραμα», ζήταγε από τον οδηγό του να περάσουν από την Ομόνοια για να αγοράσει τις πρωινές αθλητικές εφημερίδες. Μόνο όταν τις διάβαζε όλες έπεφτε για ύπνο, μετά την ανατολή του Ήλιου.

Το τραγούδι του Παναθηναϊκού

Στο τέλος του 1963 ο Τσιτσάνης ηχογραφεί για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρίας His Master’s Voice, ένα τραγούδι που αφορά την ποδοσφαιρική ομάδα του Παναθηναϊκού.

Αφορμή για να συνθέσει ο Β.Τσιτσάνης το τραγούδι «Εμπρός, εμπρός Παναθηναϊκέ» ήταν ο επικείμενος αρραβώνας της κόρης του Βασίλη Τσιτσάνη, Βικτωρίας, με τον άσσο του Παναθηναϊκού και συμφοιτητή της στην Ιατρική σχολή Φραγκίσκο Σούρπη.

Έτσι ο Τσιτσάνης, που εύκολα μπορούσε να συνθέσει ένα τραγούδι, έδωσε στον Μανώλη Αγγελόπουλο και στην Βούλα Γκίκα να τραγουδήσουν το κομμάτι του. Στα μπουζούκια ήταν ο Μανώλης Χιώτης και ο Κώστας Μακρυδάκης.

Στην παρουσίαση του δίσκου, ο Τσιτσάνης κάλεσε όλους του παίκτες του Παναθηναϊκού και τους χάρισε από ένα δίσκο 45 στροφών με το τραγούδι «Εμπρός Εμπρός Παναθηναϊκέ».

 

Ας ακούσουμε το τραγούδι του Τσιτσάνη για τον Παναθηναϊκό.

Ο μελετητής του Τσιτσάνη Σώτος Αλεξίου σημειώνει ότι πολλές φορές, μετά από επιτυχίες, η ομάδα του Παναθηναϊκού γλένταγε στα μπουζούκια του Τσιτσάνη.

Ο αγώνας μπαράζ των Τρικάλων

Άλλη μεγάλη του αγάπη ήταν η ποδοσφαιρική ομάδα της πατρίδας του τα Τρίκαλα. Πολλές φορές βοηθούσε ο ίδιος οικονομικά, λαμβάνοντας μέρος σε χοροεσπερίδες ειδικά για τον Γυμναστικό Σύλλογο Τρικάλων, μέλος του οποίου όπως είδαμε ήταν και ο ίδιος στα εφηβικά του χρόνια.

Το 1964 η ποδοσφαιρική ομάδα των Τρικάλων έδινε αγώνα μπαράζ με αντίπαλο τον Ολυμπιακό Βόλου. Το έπαθλο του νικητή ήταν μία θέση στην Α΄κατηγορία του Εθνικού μας πρωταθλήματος.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν ήταν δυνατόν να λείπει από την σπουδαιότερη στιγμή της ποδοσφαιρικής ομάδας της πατρίδας του.

Στις 17/4/1964, στο ουδέτερο γήπεδο της Λαμίας, Τρίκαλα και Ολυμπιακός Βόλου προσέφεραν ένα σπουδαίο θέαμα. Αν και τα εισιτήρια ήταν 6.000, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες περισσότεροι από 10.000 φίλαθλοι και των δύο ομάδων παρακολούθησαν την συνάντηση.

Ανάμεσα τους όπως μαρτυρά και η φωτογραφία ο Βασίλης Τσιτσάνης. Πολλές φορές όταν τα Τρίκαλα έπαιζαν στην Αθήνα, πήγαινε σαν απλός φίλαθλος για να παρακολουθήσει «δια ζώσης» την ομάδα της πατρίδας του.

Εκείνη τη μέρα στη Λαμία, ο Τσιτσάνης είδε τα Τρίκαλα να κερδίζουν με 3-2 την ομάδα του Ολυμπιακού Βόλου. Η ομάδα των Τρικάλων ήταν κοντά στο να παίξει για πρώτη φορά στα μεγάλα «σαλόνια» του Ελληνικού ποδοσφαίρου. Θα το καταφέρει μετά από νέους αγώνες μπαράζ και για έξι (6) συνεχόμενες χρονιές θα αποτελεί αναπόσπαστο μέλος της Α΄εθνικής κατηγορίας.

Άλλο που δεν ήθελε ο Βασίλης Τσιτσάνης από το να πηγαίνει τις όποιες Κυριακές παίζανε τα Τρίκαλα στην Αθήνα, για να παρακολουθήσει, αθέατος πολλές φορές μέσα στην μάζα των φιλάθλων, την ποδοσφαιρική ομάδα της πατρίδας του.

Μέχρι το τέλος της ζωής του, συνέβαλε οικονομικά όποτε του ζητούνταν, στον αθλητισμό των Τρικάλων.

Πολύ σύντομα μετά την επιτυχία των Τρικάλων, ο Τσιτσάνης έγραψε τον ύμνο της ποδοσφαιρικής ομάδας της πατρίδας του.

Είναι ο παρακάτω.

Μέχρι το τέλος της ζωής του ο Βασίλης Τσιτσάνης παθιασμένος με αυτό που λέγεται μουσική, συνέχισε να προσφέρει με όσες δυνάμεις είχε στην διάδοση της «λαϊκής» μουσικής. Είτε δισκογραφικά είτε με τις καθημερινές ζωντανές του εμφανίσεις στο «Χάραμα».

Μπορεί να μην μεγαλούργησε στο χώρο του αθλητισμού, άφησε όμως παρακαταθήκη έναν μουσικό πλούτο που όμοιο του ελάχιστοι έχουν να παρουσιάσουν. Έναν μουσικό πλούτο που ακόμη και στις μέρες μας τραγουδιέται με πάθος από τους Έλληνες.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε (1915) και πέθανε (1984) σαν σήμερα 18 Ιανουαρίου.